Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

High hopes are back again..

Η αισιοδοξία είναι η χειρότερη αυταπάτη, σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο με μια ακραία ιδεαλιστική ματιά ενώ δεν υπάρχει τίποτα το αξιόλογο.Σου δίνει την ψευδαίσθηση της αλλαγής, εκεί που όλα είναι ίδια και απαράλλαχτα..Αισιοδοξία και ελπίδα: αυτά πάνε μαζί..Το δίπτυχο της καταστροφής..
Όταν αρχίζεις να ελπίζεις ο κόσμος γύρω σου καταρρέει σαν μια εγκαταλελειμένη οικοδομή και...άντε να την ανορθώσεις.Σε κάνει να συνομωτείς με την πίστη για μια καλύτερη έκβαση του μέλλοντος την στιγμή που αγνοείς πως τις αποφάσεις εδώ τις παίρνει κάποιος άλλος.Η ελπίδα είναι το έσχατο σημείο της άρνησης σου να αποδεχτείς πως είσαι έρμαιο των καταστάσεων και όχι αυτός που τις ελέγχει..
   
Την στιγμή που ελευθερώνεσαι από τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις είσαι πραγματικά διατεθειμένος να αντικρίσεις την αλήθεια και το ψέμα που υποθάλπει.
         
People have the power..

Μου αρέσει να έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους, με νέους ανθρώπους κατά προτίμηση.Οι κυνικοί είναι το φόρτε μου.Είναι ωραίο να τους ακούς γιατί κάθε φορά αναδύεται στην επιφάνεια ο γλυκός ρομαντισμός τους. Ο κόσμος τους είναι γεμάτος από αντιθέσεις, θα έλεγες πως περπατάνε σε τεντωμένο σκοινί και διχάζονται σε ποια μεριά να γύρουν. Αλλά μ'αρέσουν και άλλων ειδών άνθρωποι, οι απρόβλεπτοι, τα αερικά που πάντα έχουν το πνεύμα στην ανάταση και το σώμα να το ακολουθεί ανελλιπώς.Μοιράζουν την ταραχή σαν να στην χρωστούσαν και τρέχουν να εξιλεωθούν.Όμως, πέρα απ'αυτούς μ'αρέσουν και άλλοι, διάφοροι άλλοι,με μια δόση παραλογισμού στο πρόσωπο και τη ζωή τους.Τους ακούς και κρύβεσαι ερμητικά στο καβούκι σου γιατί νιώθεις σαν η ζωή σου να απέχει απο τη ζωή τους όσο η γη απο το φεγγάρι..Μεγάλη απόσταση για να συνδιαλεχτείς....

Γεωργία Μανλή 

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Νύχτες
Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας 
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

-Κώστας Μόντης, Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής 

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Όαση

Αντουάν ντε Σαίντ-Εξυπερύ-Γη των ανθρώπων 

Σας μίλησα τόσο πολύ για την έρημο, ώστε θα μ άρεσε, προτού να ξαναμιλήσω για αυτήν, να περιγράψω μιαν όαση. Τούτη η όαση, που βλέπω να ξανάρχεται η εικόνα της στα μάτια μου, δεν είναι καμιά όαση χαμένη στα βάθη της Σαχάρας. Καθόλου μάλιστα! Μα το αεροπλάνο σου προσφέρει κι ένα άλλο θαύμα: σε βυθίζει παρευθύς μες στην καρδία του μυστηρίου. Ήσουν αυτός ο βιολόγος που μελετούσε πίσω απ το φινιστρίνι το σκάφους την ανθρώπινη μυρμηγκοφωλιά. Παρατηρούσες ψυχρά εκείνες τις  πόλεις που κείτονταν ειρηνικά στην πεδιάδα τους, έβλεπες  τους δρόμους της που ανοίγονταν αχτιδωτά και τις τροφοδοτούσαν, σαν αρτηρίες θαρρείς, με τους χυμούς των αγρών. Όμως, κάποια βελόνα διαταράχτηκε σε ένα μανόμετρο, και κείνη η πράσινη συστάδα, εκεί, κάτω απ τα πόδια σου, μεταμορφώθηκε σε ένα σύμπαν. Είσαι αιχμάλωτος του βελούδινου χόρτου σε ένα κοιμισμένο πάρκο. […]. Θα αφηγηθώ πως σταμάτησα για λίγο σε κάποιο μέρος της γης. Ήταν θαρρώ κοντά στην Κονκόρντια της Αργεντινής, όμως αυτό θα μπορούσε να συμβεί παντού αλλού: Το μυστήριο είναι διάχυτο παντού.
Είχα προσγειωθεί σε ένα χωράφι, και δεν υποπτευόμουν καθόλου πως θα ζούσα σε λίγο ένα παραμύθι. Κείνη η παλιά Φορντ που με πήρε δεν πρόσφερε τίποτα το ιδιαίτερο, ούτε και εκείνο το ήσυχο αντρόγυνο που με περιμάζεψε. «Θα περάσετε στο σπίτι μας τη νύχτα…»
Όμως, σε μια στροφή του δρόμου, κάτω απ το φως του φεγγαριού, ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου μια μικρή συστάδα από δέντρα και πίσω απ τα δέντρα, εκείνο το σπίτι! Ογκώδες, χαμηλό, σχεδόν σαν κάστρο, Πύργος φερμένος απ το θρύλο, που σου πρόσφερε, μόλις περνούσες το κατώφλι του, ένα τόσο ήρεμο, τόσο σίγουρο και τόσο προστατευμένο καταφύγιο, σα να βρισκόσουν σε μοναστήρι.
Φάνηκαν τότε δύο μικρά κορίτσια. Με κοίταξαν αυστηρά σα να ήταν δυο δικαστές που φυλάν άγρυπνα το κατώφλι κάποιου απαγορευμένου βασιλείου:  η πιο μικρή έκανε ένα μορφασμό και χτύπησε το χώμα με μια βέργα. Έπειτα, αφού γίνηκαν οι συστάσεις, μου άπλωσαν το χέρι δίχως λέξη να πουν, με ένα ύφος προκλητικής περιέργειας και εξαφανίστηκαν.
-Χέ! Χέ! Σωστά αγρίμια είναι, είπε ο πατέρας απλά.
Και μπήκαμε. […]
Τα δυο κορίτσια είχαν εξαφανιστεί κιόλας μέσα σε εκείνο το μαγεμένο σπίτι.
-Ας περάσουμε στο τραπέζι αν δεν έχετε αντίρρηση. Περάσαμε στο τραπέζι.  Από το να δωμάτιο στο άλλο ανάσαινα εκείνη την ευωδιά  παλιάς βιβλιοθήκης που ήταν διάχυτη ολούθε σαν θυμίαμα, μια ευωδιά που αξίζει πιο πολύ κι από όλα τα μυρωδικά της γης.
          Τα δυο κορίτσια έκαναν πάλι την εμφάνισή τους το ίδιο μυστηριακά , το ίδιο σιωπηλά όπως εξαφανίστηκαν. Κάθισαν στο τραπέζι με σοβαρότητα, Δίχως άλλο, είχαν ταΐσει τα σκυλιά τους, τα πουλιά, είχαν ανοίξει τα παράθυρα στην καθαρή νύχτα, κι είχαν γευτεί μέσα στο βραδινό αέρα την ευωδιά των φυτών. Τώρα, ξεδιπλώνοντας την πετσέτα τους, με κρυφοκοίταζαν με την άκρη του ματιού, σχολαστικά και αναρωτιόντουσαν αν έπρεπε να με συμπεριλάβουν και μένα στα αγαπημένα τους ζωάκια. Γιατί είχαν για φίλους τους μια ιγκουάνα, μια μανγκούστα, μια αλεπού, μια μαϊμού και μέλισσες. Και όλα αυτά ζούσαν μαζί, ανάκατα, θαυμάσια επικοινωνώντας μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα καινούργιο επίγειο παράδεισο. Τα νέα αυτά κορίτσια κυβερνούσαν όλα τα ζώα της δημιουργίας, μαγεύοντάς τα με τα μικρά χεράκια τους. Τα τάιζαν, τα πότιζαν, τους έλεγαν ιστορίες που τις άκουγαν μαγεμένα όλα, από τις μέλισσες, ως τη μανγκούστα.
         Και περίμενα να δω εκείνα τα τόσο ζωντανά κορίτσια να επιστρατεύουν όλο το κριτικό πνεύμα τους, όλη τους τη φινέτσα, για να βγάλουν μιαν απόφαση γρήγορη, μυστική και τελεσίδικη για το αρσενικό που καθόταν απέναντί τους. […]. Η πείρα μου απ αυτό το παιχνίδι με έβγαζε για λίγο απ τα νερά μου κι ένιωθα ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία ξέροντας πόσο καλά πληροφορημένοι ήταν οι κριτές μου. Κριτές που ήξεραν να ξεχωρίζουν τα ζαβολιάρικα ζώα απ  τα αθώα, που ήξεραν να διαβάζουν στο περπάτημα της αλεπούς, αν ήθελε ή ‘όχι να την πλησιάσουν, κριτές που κατείχαν μια τόσο βαθιά γνώση των σκιρτημάτων της ψυχής.
        Πόσο μου άρεσαν εκείνα τα ακονισμένα μάτια και εκείνες οι μικρές, απροσποίητες ψυχές! Μα πόσο θα θελα να άλλαζαν  παιχνίδι. Ωστόσο, ταπεινά εγώ τους έδινα το αλάτι, έβαζα στα ποτήρια τους κρασί, όμως σηκώνοντας τα μάτια ξανάβρισκα την ήρεμη αυστηρότητα των δικαστών που δεν μπορείς να τους εξαγοράσεις.
         Κι οι δύο σιωπηλές νεράιδες μου παράστεκαν τόσο διακριτικά στο γεύμα μου, συναντούσα τόσο συχνά το φευγαλέο βλέμμα τους, ώστε έπαψα πια να μιλάω. Και τότε έπεσε σιγή, και μέσα σε εκείνη τη σιγή, κάτι χαρχάλισε στο πάτωμα, κάτω από το τραπέζι. Έπειτα σώπασε. Σήκωσα απορημένος τα μάτια μου. Τότε η μικρόσωμη, ικανοποιημένη σίγουρα απ την εξέταση της, κάνοντας μια τελευταία δοκιμή και μπήγοντας τα άγρια δόντια στο ψωμί της, μου εξήγησε απλά, με μια αθωότητα που σκόπευε να αφήσει κατάπληκτο το βάρβαρο, αν βέβαια ήμουν  βάρβαρος:
-Είναι οι οχιές.
Και σώπασε, ικανοποιημένη, σάμπως εκείνη η εξήγηση να έφτανε για όποιον δεν ήταν πολύ κουτός. Η αδερφή της μου έριξε μια κρυφή ματιά για να δει την πρώτη μου αντίδραση. Κατόπιν, έσκυψαν και οι δυο το πρόσωπο στο πιάτο τους, με το πιο γλυκό και αθώο ύφος του κόσμου.
-Ά!.. Είναι οι οχιές..
Τα λόγια αυτά μου ξέφυγαν βέβαια. εκείνο το πράγμα που είχε γλιστρήσει ανάμεσα στα πόδια μου που είχε τριφτεί πάνω στις γάμπες μου, εκείνο το πράγμα ήταν οι οχιές…
Ευτυχώς για μένα, χαμογέλασα. Και χαμογέλασα αβίαστα: αυτό πρέπει να το ένιωσαν οι μικρές. Χαμογέλασα γιατί ήμουν χαρούμενος, γιατί το σπίτι εκείνο μ άρεσε κάθε στιγμή και περισσότερο, και ακόμα γιατί ήθελα να μάθω πιο πολλά για τις οχιές. Η μεγάλη με βοήθησε:
-Έχουνε τη φωλιά τους σε μια τρύπα, κάτω απ το τραπέζι.
-Κατά τις έντεκα το βράδυ γυρίζουν, πρόσθεσε η αδερφή. Την ημέρα κυνηγάνε.
          Με τη σειρά μου και εγώ έριξα μια κλεφτή ματιά στα δύο κορίτσια. Είδα τη λεπτότητα, το σιωπηλό χαμόγελο τους πίσω απ το ήρεμο πρόσωπο. Και θαύμαζα εκείνη τη βασιλική τους επιβολή.

Σήμερα, ονειρεύομαι. Όλα αυτά είναι τόσο μακρινά! Τι απόγιναν άραγε εκείνες οι δύο νεράιδες; Το δίχως άλλο θα παντρεύτηκαν. Έχουν λοιπόν αλλάξει; Είναι τόσο συνταρακτικό το πέρασμα απ την κατάσταση της παιδούλας στην κατάσταση της γυναίκας. Τι κάνουν άραγε μέσα σε ένα καινούργιο σπίτι; Τι απόγινε η φιλία τους με τα αγριόχορτα και τα φίδια; Ήταν δεμένες θαρρείς με  κάτι καθολικό. Μα φτάνει κάποτε μια μέρα όπου ξυπνά μέσα στην παιδούλα η γυναίκα. Φτάνει κάποτε στα δεκαεννιά. Ένα δεκαεννιά βαραίνει πάνω στην καρδιά. Τότε παρουσιάζεται κάποιος ανόητος. Για πρώτη φορά παραπλανιούνται τα διεισδυτικά εκείνα μάτια και τον φωτίζουν με υπέροχα χρώματα. Αν απαγγέλει στίχους ο ανόητος, τον πιστεύει για ποιητή. Πιστεύει πως  καταλαβαίνει τι θα πει πάτωμα γεμάτο τρύπες, πιστεύει πως αγαπάει τις μανγκούστες. Πιστεύει πως η εμπιστοσύνη μιας οχιάς που σαλεύει κάτω από το τραπέζι, ανάμεσα  στα πόδια τους, τον κολακεύει. Του δίνει την καρδιά της, το άγριο περιβόλι αυτό, τη δίνει σε εκείνον, που άλλο δεν αγαπά παρά τα καλοφροντισμένα πάρκα. Και ο ανόητος σέρνει την πριγκιποπούλα στη σκλαβιά.  

Απόσπασμα απο το βιβλίο Γη των Ανθρώπων. 


Μιλώντας για τα όχι 

Πολλές φορές ξεχνάμε πως η ζωή μας είναι μοναδική και προσωπική. Ζούμε για να εκπληρώσουμε τις δικές μας επιθυμίες, τις δικές μας ανάγκες και στόχους. Προσπαθώντας να εντάξουμε τα θέλω μας μέσα στην κοινωνία συχνά γινόμαστε έρμαιο των γύρω μας καταπατώντας τις ανάγκες μας για να ικανοποιήσουμε τις δικές τους. Πόσο περισσότερο απλά θα ήταν όλα αν τολμούσαμε κάποιες φορές να απαντήσουμε στις απαιτήσεις των άλλων με ένα όχι..


Τα ΄΄όχι΄΄ σου μπορεί να τους θυμώσουν 
αλλά θα σαι ελεύθερος 
Και αν μέχρι τώρα δεν σου το είπε κανείς,
η ελευθερία σου είναι πιο σημαντική από τον θυμό τους.
 
Ζαν-Πωλ Σαρτρ 

Ένα απόγευμα με τον Αλμπέρ Καμύ..

"Μήπως δεν είναι καλό να ζω κατ'εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας; Για να γίνει αυτό, δεν θα 'πρεπε και η κοινωνία να μου μοιάζει; Η απειλή, η ατίμωση, η αστυνομία είναι τα ιερά μυστήρια τούτης της ομοιότητας" 


"Μην πιστεύετε κυρίως τους φίλους σας όταν σας ζητούν να είσαστε ειλικρινής μαζί τους.Ελπίζουν απλώς οτι θα τους βοηθήσετε να διατηρήσουν την καλή ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους,προσφέροντας τους μια επιπλέον βεβαιότητα που θα την αντλήσουν απο την υπόσχεση σας οτι θα είστε ειλικρινής. Πως θα μπορούσε η ειλικρίνεια να'ναι προυπόθεση για την φιλία; Η αγάπη για την απόλυτη αλήθεια είναι ένα πάθος που δεν σέβεται τίποτα και που τίποτα δεν του αντιστέκεται.Είναι βίτσιο, καμιά φορά βόλεμα ή εγωισμός.Αν, λοιπόν, βρεθείτε σε μια τέτοια περίπτωση μη διστάσετε: υποσχεθείτε οτι θα πείτε την αλήθεια και αραδιάστε ψέματα όσο καλύτερα μπορείτε. Θα ανταποκριθείτε στον ενδόμυχο πόθο τους και θα αποδείξετε διπλά τη στοργή σας" 


"Μια φυσική προεξοχή, στα πεντακόσια με εξακόσια μέτρα, πάνω απο μια θάλασσα ορατή ακόμα και λουσμένη στο φως, ήταν απεναντίας, το μέρος όπου ανάσαινα ελεύθερα, ιδιαίτερα όταν ήμουν μόνος, πολύ πιο ψηλά απο τα ανθρώπινα μυρμήγκια"


"Ήμουν πολύ λίγο αξιέπαινος: η πλεονεξία που θεωρείται φιλοδοξία στην κοινωνία μας, μ'έκανε πάντα να χλευάζω. Εγώ στόχευα πιο ψηλά..."


"Χαιρόμουν τον ίδιο τον εαυτό μου κι όλοι γνωρίζουμε οτι αυτό ακριβώς είναι η ευτυχία, παρόλο που, για να καθησυχάσουμε ο ένας τον άλλον, υποκρινόμαστε οτι καταδικάζουμε τέτοιες χαρές αποκαλώντας τες εγωισμό.."



 Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο

Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου να διέκρινε
άραγε των ροδόδεντρων την αρμονία;
Όχι-όχι- μιαν απέραντη ηθικολογία
Δε θα βοηθήσει να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο.
Να ελπίζεις- να ελπίζεις  πάντα- πως ανάμεσα στους
ανθρώπους- που τους ρημάζει η τρομερή ‘’ευκολία’’ -
Θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους που τους
διέπει καλοσύνη- πάθος ευγένειας- ηρεμία
Ίσως όχι πολλές-ίσως  να σαι άτυχος: καμία-
Τότε εσύ προσπάθησε να γίνεις καλύτερος
εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία
Άσε τους γύρωθε σου να βουρλίζονται πως
κάνουν κάτι
Συ σκέψου- τώρα πια- με τι γλυκιά γαλήνη
προσμένεις να ρθει  η ώρα να ξαπλώσεις
στο παρήγορο του θανάτου  κρεβάτι.

Νίκος Εγγονόπουλος

Understand me..
I'm not like an ordinary world..
I have my madness..
I live in another dimension..
and I do not have time for things..
that have no soul..

C.B.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

" Δεν μπορείτε να πάρετε ό,τι δεν έχετε δώσει και είστε εσείς που πρέπει να δωθείτε. Δεν μπορείτε να αγοράσετε την επανάσταση.Δεν μπορείτε να κάνετε την επανάσταση.Μπορείτε μόνο να είστε η επανάσταση.Είτε η επανάσταση θα είναι στο πνέυμα σας είτε πουθενά"

(Ο αναρχικός των δύο κόσμων. Ursula Le Guin ).
Ράντυαρντ Κίπλινγκ, ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ...

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να 'χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να 'σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν' αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ' το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν' ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν' αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ' αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ' την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν' αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν' αντέξεις σ' αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα 'χεις
άλλο εξόν απ' τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ' άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

ΣΕ ΕΝΑ ΑΤΕΡΜΟΝΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Σε θέλουν ψυχικά νεκρό αυτοί που κάποτε δήθεν δρούσαν για το συλλογικο συμφερον και φροντιζαν για την ευημερία της κοινωνίας.Αυτοί που στο όνομα της κερδοσκοπίας σου μόλυναν τα όνειρα και γκρέμιζαν την ελπίδα σου.Αυτοί που στα πλαίσια της πληρους ασυδοσιας που εσυ τους εδωσες με την ψηφο σου, δεν ενδιαφερθηκαν για τις συνεπεις των πραξεων τους και οδηγηθηκαν σε μια σειρά από "εγκληματα". Οι διεφθαρμένοι αυτοι εν ονοματει πολιτικοι ευθυνονται κατα κυριο λογο που εσυ τωρα κοιτας το μελλον με θλιψη και απεραντο αγχος,και βρίσκεσαι σε ενα αδιεξοδο εγκλωβισμένος σκεφτοντας οτι ο ιδιος καπου εφταιξες. Απευθυνομαι στη νεα γενια που μερα με τη μερα αδυνατει να αισιοδοξει και απογοητευεται,στον νεο που μολις σταεικοσι του χρονια εχει γινει μαρτυρας δυσχερων καταστάσεων.Το μυαλο του καθε μερα γεμιζει με αχρηστα ονομαα ξενων ευρωπαιων, με αριθμους, με μετρα, με θεσμους καθως και με διαφορες αλλες παραπληροφοριες που θα περιμαζεψει απο τα media Ακους ολα αυτα και ευλογα η μονη σου σκεψη ειναι ενα καλυτερο αυριο εξω απο τη χωρα, καθως το μελλον μεσα σε αυτη φαινεται μετεωρο.Οι περισσοτεροι απο σας οργιζεστε και προσπαθειται βρειετε απαντησεις σε συνθετα ερωτηματα που δημιουργειται μονοι σας, του τυπου, πως φτασαμε σε αυτην την κατασταση, ποιος ευθυνεται, τι πηγε στραβα, πως θα ανακαμψουμε σα χωρα.Οι απαντησεις σε αυτα τα ερωτηματα θα βρεθουν μονο αν ανατρεξετε στο παρελθον και συγκεκριμενα στην μεταπολεμικη περιοδο και στις ενεργειες των τοτε πολιτικων αρχηγων.Πολλα εχουν βγει στην επιφανεια καθυστερημαν βεβαια, για εκεινη την εποχη οπου και τοτε ηταν γνωστα αλλα η κατασταση βολευε οποτε ολοι σιωπουσαν, κανενας δεν μιλουσε.Αυτοι ειμαστε και αυτα μας αξιζουν, λενε καποιοι αγανακτισμενοι.Εχεις ακουσει και θα ακουσεις πολλους να σου λενε τον πονο τους για τις αδικιες που υπαρχουν και για τα λεφτα που χασανε και χανουν εξ αιτιας αλλων.Κανεις δεν θα βρεθει να σου πει ενα "κουραγιο"γιατι εσυ τραβας κουπι απο δω και περα,"εσυ εισαι ο μονος που δεν εχει φταιξει αλλα ταυτοχρονα δεχεται τις πιο ασχημες συνεπειες", και ενα " εγω ο,τιεζησα, εζησα εσυ να δουμε τι θα κανεις τωρα"...Παρε την κατασταση στα χερια σου και μην τους αφησεις να σου αποτελιωσουν το μυαλο. Ξερω ειναι δυσκολοι καιροι για σχεδια ειδικα αν εισαι φοιτητης, ειδικα αν διαβαζεις για τις εισαγωγικες και βλεπεις το τοπιο τοσο σκουρο και μουντο,ειδικα αν δε δουλευεις, ειδικα......
Στις αντοχες σου πονταρουν και στην επιμονη σου. Δυο χαρακτηριστικα που σταδιακα εκλειπουν απο σενα. Διατηρησε τα, λοιπον, και αγωνισου για τα καλυτερα που σου αξιζουν.Mην παραιτησε, μην υποτασεσαι και κυριως μην τους αφηνεις ανενοχλητους να κανονιζουν τη ζωη σου. 
(Γεωργία Μανλή)